Category Archives: Μυθοπλασία

All change please, all change! (Μέρος 2ο)

What good will it be for someone to gain the whole world, yet forfeit their soul? Well, it depends on the price.

Οι νέοι γείτονες κοντοστάθηκαν για να δουν αυτό το ασυνήθιστο θέαμα: ένα φορτηγάκι σταματημένο έξω απ’την ολοκαίνουργια πολυκατοικία! Τι παράξενο που έδειχνε! Παράταιρο. Ξένο. Για κάποιους έμοιαζε σχεδόν απειλητικό: λες η φτώχεια να είναι αρρώστεια κι ετούτο εδώ το σαραβαλάκι να κουβάλησε στη γειτονιά το μικρόβιο της; Όταν άνοιξε η πόρτα και ξεπρόβαλε η κυρία Μαριγούλα σάμπως και τα πνεύματα κάπως ηρέμησαν. Ταλαιπωρημένη από τη μακρινή διαδρομή κι από τα χρόνια που – φευ – δεν έρχονται μόνα τους μα με την κορμοστασιά και τον αέρα που δείχνει πως ετούτη εδώ η γυναίκα έζησε κάποτε σαν αρχόντισσα κυρά, πλησίασε όσους είχαν μαζευτεί γύρω απ’το παράξενο όχημα και τους χαιρέτησε έναν-έναν με το πιο λαμπερό της χαμόγελο. Κι άρχισε έτσι να σπάει ο πάγος, κι άρχισαν κι οι πρώτες ψιλοκουβεντούλες – αυτά τα τυπικά, για τον καιρό και το πόσο χαρήκαμε που θα γειτονέψουμε. Η αλήθεια βέβαια είναι πως δεν έπιασε σε όλους το κόλπο κι η Μαριγούλα το πήρε σχεδόν αμέσως χαμπάρι: με δυο-τρεις απ’τις κυρίες της πολυκατοικίας η καλημέρα δεινοπάθησε ώσπου να ξεπροβάλλει πίσω από τα σφιγμένα δόντια. Σα να πήρε το μάτι της μάλιστα πως καθώς περνούσαν την είσοδο σπούπιζαν βιαστικά το χέρι τους στη φούστα να φύγει για τα καλά η χειραψία. Δεν έδωσε πολλή σημασία. ‘Ξύδι’, μουρμούρησε από μέσα της και γύρισε να δει τι κάνουν οι γιοί της.

Continue reading

Leave a comment

Filed under Ελληνικά, Μυθοπλασία

All change please, all change! (Μέρος 1ο)

Pampered vanity is a better thing perhaps than starved pride.

Η κυρία Μαριγούλα. Από εκείνες τις γυναίκες που δεν περνούν απαρατήρητες. Κανείς δεν ήξερε την πραγματική της ηλικία – δεν ρωτούν ποτέ μια κυρία για την ηλικία της – μα όλοι τη θυμόντουσαν να μένει στην πόλη από παλιά. Και πάντα στην ίδια γειτονιά…Τι ιστορία εκείνη η γειτονιά! Λένε πως από εκεί ξεκίνησε να φτιάχνεται όλη η πόλη και πως κάποτε σ’αυτήν έμενε όλη η καλή κοινωνία. Έμποροι και λογοτέχνες, στρατηγοί κι αρχιτέκτονες, ποιητές. Μα με τον καιρό οι τεχνίτες κι οι έμποροι μαζεύτηκαν σ’άλλες μεριές της μεγάλης πόλης κι έτσι στέρεψαν οι δόξες και τα μεγαλεία. Πια είχε γίνει άλλη μια φτωχογειτονιά απ’τις πολλές της πόλης, που όλοι ήξεραν κατά πού πέφτει μα λίγοι είχαν όρεξη να πάρουν το δρόμο μέχρις εκεί. Μόνο κάποια παλιά μισογκρεμισμένα σπίτια θύμιζαν τώρα τις καλές εποχές. Και κάποιοι παλιοί που ολημερίς μιλούσαν στα παιδιά της γειτονιάς για την βαριά κληρονομιά τους, για τα κατορθώματα και τα μεγαλεία των προγόνων τους, και για τις άλλες γειτονιές που θα ήταν ένα τίποτα αν εκείνη εκεί η γειτονιά δεν τους έδινε το φως της. Και τα παιδιά φούσκωναν από περηφάνεια…τα περισσότερα τουλάχιστον. Υπήρχαν και κάποια παιδιά που ρωτούσαν πώς και στις άλλες γειτονιές κράτησαν αναμμένο το φως που πήραν ενώ σε ετούτη εδώ το αφήσαν να σβήσει μα τι τα θες, πάντα έτσι δεν γίνεται; Εκεί που πας να χαρείς την ωραία την ιστορία πετάγεται κάποιος γκρινιάρης μίζερος και σου χαλάει τη ρομαντζάδα…

Continue reading

Leave a comment

Filed under Ελληνικά, Μυθοπλασία