All change please, all change! (Μέρος 1ο)

Pampered vanity is a better thing perhaps than starved pride.

Η κυρία Μαριγούλα. Από εκείνες τις γυναίκες που δεν περνούν απαρατήρητες. Κανείς δεν ήξερε την πραγματική της ηλικία – δεν ρωτούν ποτέ μια κυρία για την ηλικία της – μα όλοι τη θυμόντουσαν να μένει στην πόλη από παλιά. Και πάντα στην ίδια γειτονιά…Τι ιστορία εκείνη η γειτονιά! Λένε πως από εκεί ξεκίνησε να φτιάχνεται όλη η πόλη και πως κάποτε σ’αυτήν έμενε όλη η καλή κοινωνία. Έμποροι και λογοτέχνες, στρατηγοί κι αρχιτέκτονες, ποιητές. Μα με τον καιρό οι τεχνίτες κι οι έμποροι μαζεύτηκαν σ’άλλες μεριές της μεγάλης πόλης κι έτσι στέρεψαν οι δόξες και τα μεγαλεία. Πια είχε γίνει άλλη μια φτωχογειτονιά απ’τις πολλές της πόλης, που όλοι ήξεραν κατά πού πέφτει μα λίγοι είχαν όρεξη να πάρουν το δρόμο μέχρις εκεί. Μόνο κάποια παλιά μισογκρεμισμένα σπίτια θύμιζαν τώρα τις καλές εποχές. Και κάποιοι παλιοί που ολημερίς μιλούσαν στα παιδιά της γειτονιάς για την βαριά κληρονομιά τους, για τα κατορθώματα και τα μεγαλεία των προγόνων τους, και για τις άλλες γειτονιές που θα ήταν ένα τίποτα αν εκείνη εκεί η γειτονιά δεν τους έδινε το φως της. Και τα παιδιά φούσκωναν από περηφάνεια…τα περισσότερα τουλάχιστον. Υπήρχαν και κάποια παιδιά που ρωτούσαν πώς και στις άλλες γειτονιές κράτησαν αναμμένο το φως που πήραν ενώ σε ετούτη εδώ το αφήσαν να σβήσει μα τι τα θες, πάντα έτσι δεν γίνεται; Εκεί που πας να χαρείς την ωραία την ιστορία πετάγεται κάποιος γκρινιάρης μίζερος και σου χαλάει τη ρομαντζάδα…

Κι η Μαριγούλα ίδια με τη γειτονιά της: πίσω απ’το σκαμμένο πρόσωπο και τα ρούχα των ‘νεωτερισμών’ φαινόταν πως είχε ζήσει και χρόνια καλά, άνετα, λουσάτα. Θες όμως ο κόσμος που στο μεταξύ άλλαξε μα εκείνη αγύριστο κεφάλι δεν νοιάστηκε να ακολουθήσει, θες η ηλικία, θες οι λιμοκοντόροι που της πούλησαν παραμύθια πως τάχα θα την ξανακάνουν αριστοκράτισσα κι εκείνη – αιώνια χαζή – τους τάιζε και τους πότιζε ώσπου αυτοί την παρατούσαν κάποιο πρωί έχοντας βουτήξει κι ό,τι λεφτά είχε μέσα το πορτοφόλι της, είχε απομείνει αυτό που λένε ‘πτωχή πλην όμως τίμια’ – την λέξη ‘θύμα’, ως γνωστόν, δεν την χρησιμοποιούμε για λόγους αστικής ευγένειας…

Με τους γείτονες η Μαριγούλα δεν ήθελε να έχει πολλά πάρε-δώσε. Της φαίνονταν – κι ήταν, για να λέμε την αλήθεια – άγαρμποι, καυγατζήδες, κακομοίρηδες μαθημένοι στη φτώχεια τους. Μια καλημέρα με δαύτους κι αυτή πολλή τους έπεφτε. Δεν άντεχε τη μιζέρια τους, κι αυτή την κακή συνήθεια του καυγά για ψύλλου πήδημα για διαφορές που ούτε κι οι ίδιοι δεν θυμόντουσαν καλά καλά από πότε τις είχαν. Εκείνη δεν ήταν για εκεί. Είχε μεγαλώσει αλλιώς, και οι θύμισες απ’τα περασμένα μεγαλεία την έκαναν να ξυπνά αναστατωμένη τα βράδια και να μονολογεί ‘να φύγω, να φύγω…’. Ήταν βλέπεις κι εκείνη η ωραία γειτονιά λίγο πάνω απ’τη δική της που της είχε καρφωθεί στο μυαλό. Πήγαινε εκεί τις Κυριακές και χάζευε. Τι καλός κόσμος! Έμποροι και τεχνίτες, μαγαζάτορες, βιομήχανοι και δικηγόροι, κάποιοι από αυτούς έλεγαν πως είχαν και τίτλους ευγενείας απ’τα παλιά. Χάζευε τα κοστούμια τους και τα φορέματα των γυναικών, τις βιτρίνες στα μαγαζιά, τα καθαρά πεζοδρόμια και τα πάρκα. Όχι σαν το σοκάκι του πατρικού της που με την πρώτη βροχή πνιγόταν στη λάσπη. ‘Ποιος είπε πως οι φτωχοί πρέπει να’ναι σώνει και καλά μέσα στη βρώμα;’ σκεφτόταν και γινόταν έξαλλη με τους γείτονές της. Ενώ ετούτοι ήταν αλλιώς. Στρωτοί. Αυτό: στρωτοί. Λίγο βαρετοί μα τακτοποιημένοι. Ευγενικοί, μορφωμένοι…

Και την ήξεραν. Της έλεγαν πως είχαν ακούσει τους πατεράδες και τους παππούδες τους να μιλούν για εκείνη με τα καλύτερα λόγια για τότε, στις καλές τις εποχές της, που τους βοήθησε να μάθουν γράμματα και να βρουν σιγά σιγά το δρόμο τους. Κι όλο της έλεγαν ‘Άντε κυρά Μαριγούλα, μάζεψε τα πράγματά σου, πάρε τους γιους σου κι ελάτε κατά δώ. Τι κάθεσαι εσύ κοτζάμ αριστοκράτισσα να ζεις στα λασπόνερα;…’, κι όλο εκείνη μάζευε τις φωνές τους στο μυαλό και ξυπνούσε αναστατωμένη τα βράδια μονολογώντας ‘να φύγω, να φύγω…’.

Όταν άδειασε εκείνο το ισόγειο στην καινούργια πολυκατοικία κι οι υπόλοιποι ένοικοι της είπαν ότι την δέχονταν ως νοικάρισσα εκείνη κόντεψε να σωριαστεί καταμεσίς του δρόμου απ’τη χαρά της! Ούτε που την ένοιαζε πως το πατρικό της ήταν τουλάχιστον δικό της και τώρα θα έμπαινε στο νοίκι. Χαλάλι! Κι εκείνη και τα παιδιά της άξιζαν μια καλύτερη ζωή. Ούτε που θυμάται για πότε μάζεψε τα πράγματα και τα φόρτωσε στο φορτηγάκι του κυρ-Κώστα του επιπλοποιού. Άπλωσε βιαστικά κάτι παλιά σεντόνια πάνω από τα έπιπλα του πατρικού για να μην τα φάει η σκόνη και τράβηξε την πόρτα ρίχνοντας δυο στροφές στην κλειδαριά. Χαμογέλασε στους γείτονες που μαζεύτηκαν γύρω γύρω να την ξεπροβοδίσουν – πολλή διάθεση για χαιρετούρες και κουβέντα με αυτούς δεν είχε – κι ανέβηκε στο φορτηγάκι για να πάει να βρει τη ζωή που της ταίριαζε. Ο Γιώργος, ο μεγάλος γιος, έκατσε δίπλα της στριμωγμένος ανάμεσα σε εκείνη και τον οδηγό. Ο Αντώνης κάθισε πίσω στην καρότσα ανάμεσα στα πράγματα να τα προσέχει στη διαδρομή. Ο μικρός, ο Αλέξης, είχε στηλώσει τα πόδια και φώναζε πως δεν το κουνάει απ’τη γειτονιά. Γύρισε και τον αγριοκοίταξε. ‘Εμείς φεύγουμε. Εσύ έλα μόνος σου. Και κοίτα κακομοίρη μου μην αργήσεις για να προλάβουμε να ξεπακετάρουμε πριν μας πιάσει το σκοτάδι. Άκουσες τι σου είπα;’ φώναξε κι είπε στον οδηγό να βάλει μπροστά. Βιαζόταν. Ήταν κι η διαχειρίστρια που της είπε πως μόλις φτάσει και τακτοποιηθεί ήθελε να της μιλήσει για να της εξηγήσει τον κανονισμό της πολυκατοικίας. Δεν ήθελε να την πάρει το βράδυ λοιπόν. Είναι αγένεια να επισκέπτεσαι ξένο σπίτι νυχτιάτικα…

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ελληνικά, Μυθοπλασία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s